Είναι πλέον καιρός να μιλήσουν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες για τον Κεμαλισμό και τη Γενοκτονία.

Θεοφάνης Μαλκίδης

 

Είναι πλέον καιρός να μιλήσουν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες για τον Κεμαλισμό και τη Γενοκτονία.

 

Μέρος της ομιλίας του Θ. Μαλκίδη στην εκδήλωση για τη Γενοκτονία  που οργάνωσε ο Δήμος Ασπροπύργου Αττικής και το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ασπροπύργου στα πλαίσια του Ανοιχτού Πανεπιστημίου .

 

Στις 19 Μαΐου, εορτή -αργία για την Τουρκία, είναι η επέτειος της άφιξης του Μουσταφά Κεμάλ, στη Σαμψούντα. Πρόκειται σύμφωνα με το ψεύδος, την προπαγάνδα της Τουρκίας και την επίσημη θεώρηση «για την ιδρυτική πράξη της εποποιίας του Ατατούρκ, την πράξη της ρήξης με την οθωμανική εξουσία, η οποία κατηγορείται το 1919 από τους Τούρκους εθνικιστές ως υπεύθυνης της ήττας». Η 19η Μαΐου θεωρείται, επίσης, ημέρα των γενεθλίων του Κεμάλ, καθώς η ακριβής ημερομηνία της γέννησής του δεν είναι γνωστή, ενώ η γέννησή του συνδέεται και με το άλλο ψεύδος περί γέννησής του στην Θεσσαλονίκη. Η 19η Μαϊου είναι επίσης η γιορτή της νεολαίας και των αθλημάτων. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια γιορτή της γυμναστικής, που υπήρχε από το 1916 και επισημοποιήθηκε το 1939, ενώ το 1981 πήρε το όνομα και τη σημερινή της μορφή. Οι μαθητές και σπουδαστές πρέπει να κάνουν αυτή την ημέρα στα στάδια ομαδικές γυμναστικές επιδείξεις με έντονο το κόκκινο χρώμα. Στις κερκίδες των σταδίων οι νεαροί θεατές σχηματίζουν, με τα χρώματα των ρούχων τους, γιγαντιαίες μορφές και συνθήματα («Ατατούρκ, βαδίζουμε στα χνάρια σου»), που θυμίζουν τις μεγάλες συλλογικές εκδηλώσεις ολοκληρωτικών καθεστώτων, ενώ σημαίες 1919 μέτρων ανεμίζουν στον τόπο του εγκλήματος, την Σαμψούντα. Σύμφωνα με την προπαγάνδα ο Κεμάλ «χάρισε» την εθνική κυριαρχία στα παιδιά, το μέλλον της χώρας.

Τα παιδιά φορούν τα πιο καλά τους ρούχα, πηγαίνουν όμως στα σχολεία, από όπου ξεκινούν παρελάσεις, ενώ η Τουρκία υπερηφανεύεται ότι είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που έχει αφιερώσει μια εθνική γιορτή στα παιδιά. Η ημέρα χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη πατριωτική θέρμη, οι εφημερίδες δημοσιεύουν στην πρώτη σελίδα τους πορτρέτα του Κεμάλ και μοιράζουν σημαίες. Όλοι καλούνται να σημαιοστολίσουν, η Τουρκία σκεπάζεται από κόκκινο και άσπρο, ο τύπος γεμίζει επίσημες δηλώσεις των συνεχιστών του Κεμάλ. Από όλα τα κόμματα. Το τελετουργικό είναι το ίδιο σε όλη τη χώρα. Κάθε πόλη, κάθε χωριό, έχει τον τόπο γιορτασμού του την κεντρική πλατεία, η οποία δεν νοείται χωρίς ένα ή και δύο αγάλματα του Κεμάλ και το πρωτόκολλο είναι αυστηρά καθορισμένο. Η αλήθεια όμως είναι άλλη και συνδέεται με τη Γενοκτονία εναντίον των Ελλήνων. Στις 19 Μαϊου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβαζόταν στη Σαμψούντα, σύμφωνα με την εντολή, που πήρε από τον σουλτάνο και τους συμμάχους, ενώ καθήκον του ήταν η προστασία των Ελλήνων Ο Μουσταφά Κεμάλ όμως κατόρθωσε να συσπειρώσει γύρω του τους εγκληματίες πολέμου του φασιστικού κινήματος των Νεότουρκων του «Ένωση και Πρόοδος» και τους τσέτες πλιατσικολόγους της περιοχής, ολοκληρώνοντας την τελευταία φάση της Γενοκτονίας. Ο Κεμάλ ήταν δάσκαλος του Χίτλερ, όπως γράφει ο Στέφαν Ίρχινγκ, στο βιβλίο εκδόσεων του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

Έτσι επιβεβαιώνεται η παρατήρηση του σύγχρονου Τούρκου συγγραφέα Τανέρ Ακτσάμ ότι «η σύγχρονη Τουρκία έχει αναδυθεί μέσα από θάλασσες αίματος εκείνων που έπεσαν θύματα της εθνοκάθαρσης», δηλαδή των Ελλήνων του Πόντου, της Ιωνίας, της Θράκης, της Καππαδοκίας. Σήμερα, όλοι μιλούν για τον Κεμαλισμό και τη Γενοκτονία που υπέστη ο Ελληνικός λαός, από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας της Αρμενίας μέχρι τον πρόεδρο της Δημοκρατίας της Αρμενίας. Είναι πλέον καιρός και οι Έλληνες και οι Ελληνίδες να μιλήσουν.   Δείτε την ομιλία του Θ. Μαλκίδη    

 

 

Διαβάστε την ομιλία του προέδρου της Δημοκρατίας της Γερμανίας .Βερολίνο 23 Απριλίου 2015

 

Μνημονευτικός λόγος κατά την οικουμενική θεία λειτουργία Βερολίνο, τις 23 Απριλίου του 2015-04-29 Γιόακιμ Γκάουκ, πρόεδρος της Γερμανικής Δημοκρατίας (μετάφραση από το πρωτότυπο, τμήμα νεολαίας Συλλόγου Ποντίων Νυρεμβέργης, „Cardinal Bessario“, προσφορά στο κοινό μας «ταμείο« της ΟΣΕΠΕ) Κατ’ αρχάς, δύο λόγια σε εσάς, κύριοι, που φέρετε ευθύνη για τις εκκλησίες σας, και που διοργανώσατε αυτή εδώ την θεία λειτουργία στο κέντρο του Βερολίνου και επίσης μας προσκαλέσατε να παρευρεθούμε. Η δε παρουσία μου εδώ είναι μία απόδειξη, ότι στην Γερμανία του σήμερα, η πολιτεία και οι πολιτικά υπεύθυνοι γνωρίζουν την υποχρέωσή τους να επαναξιολογήσουν το παρελθόν ειλικρινά, λογικά και με αυτοκριτική. Αυτή τη στιγμή αποδίδουμε φόρο τιμής στην μνήμη των Αρμενίων και των συγγενών τους, οι οποίοι πριν έναν αιώνα έπεσαν θύματα, κατά χιλιάδες, προγραμματισμένων και συστηματικών δολοφονιών. Ανεξαιρέτως απήχθησαν γυναίκες και άνδρες, παιδιά και γερόντοι και εστάλθηκαν σε πορείες θανάτου, εκτεθειμένοι χωρίς καμία προστασία και χωρίς βασική τροφή στην στέπα και στην έρημο, κάηκαν ζωντανοί, κυνηγήθηκαν μέχρι θανάτου, ξυλοκοπήθηκαν και πυροβολήθηκαν. Ο κλήρος για αυτή την οργανωμένη και σχεδιασμένη εγκληματική πράξη, έπεσε στους Αρμένιους για ένα και μοναδικό λόγο: επειδή ήταν Αρμένιοι. Τα ίδια ακριβώς έπαθαν και οι συμπάσχοντές τους, οι Ασσύριοι ή Αραμαίοι και οι Έλληνες του Πόντου. Με τις σημερινές μας γνώσεις και στο πλαίσιο της πολιτικής και ανθρωπιστικής φρίκης των τελευταίων δεκαετιών διακρίνουμε σήμερα καθαρά: Η τύχη των Αρμενίων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μαζικών εξοντώσεων, εθνοκάθαρσης, απέλασης, ναι γενοκτονίας, που χάραξε τον 20ο αιώνα, με τόσο τρομερό τρόπο. Αυτά τα αποτρόπαια εγκλήματα διαδραματίστηκαν στον ίσκιο των πολέμων. Ο πόλεμος χρησίμευσε επίσης για να νομιμοποιηθούν οι θηριωδίες. Αυτό ακριβώς συνέβη με τους Αρμένιους κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, επίσης συνέβη στην διάρκεια του αιώνα κάπου αλλού και συμβαίνει μερικές φορές μέχρι σήμερα ακόμη, σε πολλές άλλες θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες. Τους είχαν κατηγορήσει ως κατάσκοπους, ως ανδρείκελα των ξένων δυνάμεων, ταραξίες της εθνικής ενότητας, ως εχθρούς της τάξης ή της φυλής, ως πηγή νόσου του πολιτικού σώματος. Μνημονεύομε τα θύματα, για να μην ξεχαστούν, αυτά και η μοίρα τους. Τους θυμόμαστε για χάρη τους. Αποδίδουμε πάνω απ “όλα φόρο τιμής στη μνήμη της αναπαλλοτρίωτης αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπινου όντος. Αυτή η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να εξολοθρευτεί, αλλά μπορεί να αμαρτήσει εναντίον της κανείς, αν την αγνοεί και την καταπατά. Θυμόμαστε τα θύματα και έτσι, αποκτούν πάλι φωνή, για να διηγηθούν την ιστορία τους, εκείνη την ιστορία που σκοπός της ήταν να αποκρυφτεί. Ναι, θυμόμαστε τα θύματα και για χάρη μας. Μπορούμε να διατηρήσουμε τον δικό μας ανθρωπισμό, όταν όχι μόνο οι νικητές της ιστορίας καθορίζουν την ιστορία και τη μνήμη μας, αλλά επίσης, όταν θυμόμαστε τους ηττημένους, τους χαμένους, τους προδομένους και εκμηδενισμένους. Η μνήμη των θυμάτων θα μειώνονταν φυσικά κατά το ήμισυ, αν δεν μιλήσουμε και για τους δράστες. Άν δεν υπάρχουν δράστες, δεν υπάρχουν θύματα. Οι δράστες, οι τότε εξουσιαστές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι συνεργοί τους, ήταν, και στη βάση έτσι είναι όλοι οι δράστες των μαζικών δολοφονιών με φυλετικά, εθνικά ή θρησκευτικά κίνητρα, φανατικά πεπεισμένοι για την ορθότητα των δικών τους πράξεων. Η ιδεολογία των Νεότουρκων αναζητούσε στο εθνικά ομοιογενές, θρησκευτικά ενωμένο κράτος μια εναλλακτική λύση για τη χαμένη παράδοση, με την συνεχή συμβίωση και τη συνύπαρξη των διαφορετικών λαών και θρησκειών στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο διαχωρισμός των εθνικών ομάδων, η εθνοκάθαρση και οι απελάσεις σχημάτησαν στις αρχές του 20ου αιώνα, συχνά τη σκοτεινή πλευρά της δημιουργίας των εθνικών κρατών. Οι ιδεολογίες περί ενότητας και καθαρότητας κατέληγαν, αλλά όχι σπάνια, σε αποκλεισμό και απέλαση, με τελευταία συνέπεια τη δολοφονική πράξη. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εξελίχθηκε μία δυναμική γενοκτονίας, στην οποία θύμα ήταν ο αρμενικός λαός. Βρισκόμαστε στη μέση μιας συζήτησης, σχετικά με το ποιός ορισμός για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν από 100 χρόνια, είναι ο πλέον κατάλληλος. Πρέπει να προσέξουμε, ώστε αυτή η συζήτηση να μην περιοριστεί στη διαφορά του ορισμού. Προ πάντων είναι ο σκοπός μας – ακόμη και μετά από 100 ολόκληρα χρόνια – να αναγνωρίσουμε την καλά σχεδιασμένη εξολόθρευση ενός λαού, σε όλες της διαστάσεις, να θρηνήσουμε και να εκφράσουμε τη λύπη μας. Διαφορετικά χάνουμε την πυξίδα του προσανατολισμού και τον σεβασμό για τον εαυτό μας. Αν πετύχουμε κατανόηση στην διαδικασία αξιολόγησης της ιστορίας, αν ονομάσουμε με το όνομά της την αδικία, ακόμη και αν την έκανε ο λαός μας, αν εξίσου μαρτυρούμε με τον ίδιο τρόπο, ναί το ζούμε, μόνο έτσι σεβόμαστε τη δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα, τότε θα διατηρήσουμε την αξιοπρέπεια των θυμάτων και θα δημιουργήσουμε μια κοινή ανθρώπινη βάση, για να ζούμε μαζί με άλλους, εντός και εκτός συνόρων. Με το να θυμόμαστε όλα αυτά δεν σημαίνει ότι βάζουμε κάποιον στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Οι δράστες δεν ζούν πιά και τα παιδιά τους καθώς και τα εγγόνια τους δεν έχουν καμία ευθύνη για αυτά. Όμως οι απόγονοι των θυμάτων με το δίκιο τους αναμένουν, την αναγνώριση ιστορικών πράξεων και συνεπώς ένα ιστορικό χρέος. Οι σημερινοί πολίτες είναι υποχρεωμένοι, να αισθάνονται δεσμευμένοι με μία πολιτική η οποία σέβεται και προστατεύει το δικαίωμα ζωής και τα ανθρώπινα δικαιώματα, κάθε ατόμου και κάθε μειονότητας. Στην υπόθεση των Αρμενίων δεν ακολουθούμε λοιπόν κάποια άλλη αρχή εκτός από την βαθειά ανθρώπινη πείρα: Θα απελευθερωθούμε από την ενοχή μας αν ομολογήσουμε, και δεν θα απαλλαγούμε από το χρέος μας όταν αυτό το αρνούμαστε, απωθούμε ή όταν το παρουσιάζουμε σαν κάτι ασήμαντο. Εμείς εδώ στη Γερμανία μάθαμε με μεγάλο κόπο και εν μέρει με επαίσχυντη καθυστέρηση, να θυμόμαστε τα εγκλήματα κατά την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού, προπάντων τον διωγμό και την εξολόθρευση των Εβραίων της Ευρώπης. Και μάθαμε επίσης εντωμεταξύ να ξεχωρίζουμε ανάμεσα στην ενοχή των δραστών, η οποία πρέπει να αναγνωριστεί πλήρως και να επονομαστεί, και της ευθύνης των απογόνων να αποδίδουν φόρο τιμής με τον κατάλληλο τρόπο. Έχει βαθύ νόημα και σαφές δικαίωμα, το να μνημονεύουμε εδώ στη Γερμανία τη δολοφονία του αρμενικού λαού. Μαζί μας βρίσκονται απόγονοι των Αρμενίων και Τούρκων ο καθένας με τη δική του ιστορία. Για να υπάρξει μια ειρηνική συνύπαρξη, είναι σημαντικό όλοι να βασίζονται στις ίδιες αρχές διαφάνειας στην αντιμετώπιση του παρελθόντος. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει εμείς επίσης οι Γερμανοί ως σύνολο να επανεκτιμήσουμε τα γεγονότα, να εξακριβώσουμε εάν πρόκειται για κοινή ευθύνη, ακόμη υπό ορισμένες περιστάσεις, για συνενοχή στην γενοκτονία των Αρμενίων. Υπήρχαν Γερμανοί στρατιώτες που συμμετείχαν στο σχεδιασμό και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επίσης, στην πραγματοποίηση των απελάσεων. Υποδείξεις από γερμανούς παρατηρητές και διπλωμάτες που είχαν αντιληφθεί με ακρίβεια την πρόθεση για την βίαιη εξόντωση των Αρμενίων δεν ελήφθησαν υπ‘όψιν και αγνοήθηκαν. Το γερμανικό Ράιχ δεν ήθελε να διακινδυνεύση τις σχέσεις του με τους Οσμανούς συμμάχους. Ο καγκελάριος Μπέτμαν Χόλλβεκ, ο οποίος μέσω ενός ειδικού αντιπροσώπου έλαβε γνώση λεπτομερώς για τον διωγμό των Αρμενίων, έκανε την εξής παρατήρηση το Δεκέμβριο του 1915 επιγραμματικά: „Ο μοναδικός μας στόχος είναι, μέχρι το τέλος του πολέμου να κρατήσομε την Τουρκία στην δικιά μας πλευρά, ανεξάρτητα, αν αυτό σημαίνει την καταστροφή των Αρμενίων ή όχι“. Είναι δύσκολο να το ακούσει κανείς αλλά από την άλλη θέλουμε να θυμίσουμε, ότι ακριβώς Γερμανοί ήταν αυτοί που έκαναν γνωστή σε όλο τον κόσμο την ταλαιπωρία των Αρμενίων, όπως ο εξαιρετικά αφιερωμένος Johannes Lepsius, μέσω των δημοσιογραφικών δραστηριοτήτων του. O διασώστης Armin Theophil Wegner ήταν εκείνος που με φωτογραφίες αποθανάτισε την μοίρα των Αρμενίων και με διαλέξεις μέσω σλάιντς μετά τον πόλεμο την έκανε γνωστή στην Γερμανία. Επίσης ο Αυστριακός Franz Werfel, ο οποίος με το μυθιστόρημα „Σαράντα μέρες του Μούσα Νταγ“ δημιούργησε ένα καλλιτεχνικό μνημείο στην Αντίσταση ενάντια στην προγραμματισμένη εξολώθρευση των Αρμενίων. Αυτό το βιβλίο απαγορεύτηκε αμέσως μετά την έκδοσή του το 1933 στην Γερμανία – όμως στα εβραϊκά γκέτο του Μπιάλιστοκ και Βίλνιους, το είχαν διαβάσει και το είδαν μάλιστα σαν οιωνό για το τι θα πάθεναν αργότερα οι Εβραίοι. Όσο οι λογοκριτές του Τρίτου Ράιχ τόσο και οι Εβραίοι, κατάλαβαν το βιβλίο και την καταγραμμένη σε αυτό ιστορία, πλήρως και ολοκληρωτικά. Όταν ο Αδόλφος Χίτλερ με το ένταλμα εισβολής τις 22 Αυγούστου 1939, διέταξε στους διοικητές του γερμανικού στρατού την εισβολή στην Πολωνία και συν αυτό εξήγησε τα σχέδιά του, «να στείλετε στο θάνατο ανελέητα, άνδρα, γυναίκα και παιδί πολωνικής καταγωγής και γλώσσας», κατέληξε εν αναμονή της συλλογικής αδιαφορίας στο ρητορικό ερώτημα: «Ποιος μιλάει σήμερα για την εξόντωση των Αρμενίων;» Εμείς μιλάμε γι αυτό! Ακόμη και σήμερα, εκατό χρόνια αργότερα, μιλάμε τελείως συνειδητά γι αυτό – γι αυτό και για άλλα εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια: Εμείς το κάνουμε αυτό, για να φανεί ότι ο Χιτλερ δεν είχε δίκιο. Και το κάνουμε αυτό ώστε κανένας δικτάτορας, ούτε τύραννος και κανείς, που θεωρεί την εθνοκάθαρση νόμιμη, να αναμένει να αγνοηθούν ή να ξεχαστούν οι ενέργειές του. Ναι, εμείς μιλάμε ακόμη και για αντιπαθή γνώση, για αρνούμενη και για παλιά ευθύνη. Δεν το κάνουμε αυτό για να μας συνδέουν με ένα καταπιεστικό παρελθόν, το κάνουμε για να είμαστε σε εγρήγορση και έτοιμοι να αντιδράσουμε, όταν απειλούνται ο κόσμος και οι λαοί με εξολόθρευση και τρομοκρατία. Είναι καλό να θυμόμαστε όλοι μαζί, όχι ξεχωριστά σε θρησκεύματα και θρησκείες ή σε γλώσσες, όχι χωρισμένοι από εθνικά και πολιτικά όρια. Τώρα είμαστε ευγνώμονες για κάθε σημάδι μνήμης και συμφιλίωσης από όλο τον κόσμο. Και ιδιαίτερα χαίρομαι για κάθε ενθαρρυντικό σημάδι κατανόησης και προσέγγισης μεταξύ Τούρκων και Αρμενίων. Κανείς δεν πρέπει να φοβάται την αλήθεια. Χωρίς την αλήθεια δεν υπάρχει συμφιλίωση. Μόνο από κοινού μπορούμε να το ξεπεράσουμε, αυτό που μας χώρισε, αυτό που μας χωρίζει. Μόνο από κοινού μπορούμε να έχουμε ένα ευχάριστο μέλλον, σε ένα από κοινού κόσμο που μας εμπιστεύθηκαν. Γιόακιμ Γκάουκ, πρόεδρος της Γερμανικής Δημοκρατίας.

Pin It

.

Πρόσφατα άρθρα